tehmarket.com.ua

Avaliação do site tehmarket.com.ua

 Gerado a 04 de Janeiro de 2026 13:46 PM

Estatísticas desatualizadas? ATUALIZE !

O resultado é de 54/100

Conteúdo SEO

Título

TechMarket

Cumprimento : 10

Perfeito, o Título contém entre 10 e 70 caracteres.

Descrição

Cumprimento : 0

Mau. Não encontrámos nenhuma Descrição META na sua página.

Palavras-chave

Mau. Não detetámos palavras-chave META na sua página.

Propriedades Og Meta

Esta página não tira vantagens das propriedades Og.

Cabeçalhos

H1 H2 H3 H4 H5 H6
1 0 0 0 0 0
  • [H1] TechMarket

Imagens

Encontrámos 11 imagens nesta página.

11 atributos ALT estão vazios ou em falta. É recomendado adicionar texto alternativo de modo a que os motores de busca identifiquem melhor o conteúdo das suas imagens.

Rácio Texto/HTML

Rácio : 28%

Ideal! O rácio de texto para código HTML desta página está entre 25 e 70 porcento.

Flash

Perfeito, não foi encontrado conteúdo Flash nesta página.

Iframe

Excelente, não foram detetadas Iframes nesta página.

Reescrita de URL

Perfeito. As ligações aparentam ser limpas!

Underscores (traços inferiores) nas URLs

Perfeito. Não foram encontrados 'underscores' (traços inferiores) nas suas URLs.

Ligações para a própria página

Encontrámos um total de 12 ligações incluindo 0 ligações a ficheiros

Âncoras Tipo Sumo
Με παράτησε μόνη σε στρωμένο τραπέζι και έτρεξε να γιορτάσει με τους φίλους του στο συνεργείο: Μια αληθινή ιστορία για επέτειο γάμου, προδοσία και το πιο απροσδόκητο γεύμα γενεθλίων στα ελληνικά δεδομένα Internas Passa sumo
Δυο Άντρες Κρέμονται στον Λαιμό της: Όταν το Σπίτι της Αλίνας από Φωλιά Αγάπης Έγινε Φιλοξενείο—Και Πώς Έμαθε να Βάζει Όρια στη Σύγχρονη Αθήνα Internas Passa sumo
Άλλους συναντάμε, με άλλους παντρευόμαστε: Η δύσκολη πορεία της ζωής, οι επιλογές της μοίρας και η αλήθεια κάθε γυναίκας – Η ιστορία της Βέρας από το «βασίλειο των γυναικών» στο χωριό, στη ζωή της πόλης, οι χαρές, οι απογοητεύσεις, οι έρωτες που πάνε κι έρχονται, και το πείσμα να βρεις το δικό σου δρόμο στην Ελλάδα της καθημερινότητας. Internas Passa sumo
Ό,τι γίνεται, για καλό γίνεται Η Ινγκα Βικτόροβνα – μητέρα της Βλάδας, την έπλαθε κατά την εικόνα της, και η Βλάδα υπάκουε σε όλα. Η μητέρα θεωρούσε τον εαυτό της δυναμική και επιτυχημένη γυναίκα, και απαιτούσε διαρκώς από την κόρη να ακολουθεί πιστά τις συμβουλές της. – Βλάδα, – έλεγε αυστηρά η Ινγκα Βικτόροβνα, – αν θέλεις να φτάσεις εκεί που έφτασα εγώ, πρέπει να περπατάς στο δρόμο που σου δείχνω εγώ, ούτε βήμα παραπέρα. Ελπίζω να το κατάλαβες και να το θυμάσαι για πάντα. – Ναι, μαμά, – απαντούσε η κόρη. Η Βλάδα αγαπούσε τη μαμά της και προσπαθούσε να την ακούει, δεν ήθελε να την απογοητεύσει. Η μαμά ήθελε να δει στην κόρη της την τέλεια, την πανάξια. Όσο όμως μεγάλωνε η Βλάδα, τόσο λιγότερο τα κατάφερνε να ανταποκριθεί. Παιδί είναι παιδί, κι έτσι και η Βλάδα από μικρή κάτι λερώσει, κάτι σπάσει, κάτι σκίσει, κάπου πέσει. Αλλά στο σχολείο διάβαζε άριστα. Ήξερε: αν πάρει χαμηλό βαθμό, για τη μαμά της είναι τραγωδία. – Βλάδα, ντροπή και αίσχος! Πώς πήρες τρία, δεν σέβεσαι εμένα και τον μπαμπά σου; Μην μας ντροπιάζεις και διόρθωσέ το αμέσως. – Εντάξει, μαμά, – υπάκουα απαντούσε η κόρη, προσπαθώντας να εξηγήσει, – μαμάκα, ήταν ένα τρία, κατά λάθος… – Δεν έχει σημασία, κόρη… Εσύ πρέπει να είσαι καλύτερη και πιο έξυπνη απ’ όλους. Η Βλάδα στενοχωριόταν, αλλά γρήγορα μετέτρεπε το τρία σε άριστα. Τελείωσε το σχολείο με άριστα, δεν μπορούσε να γίνει και αλλιώς. Η Ινγκα Βικτόροβνα ήταν ευχαριστημένη όταν η κόρη της μπήκε εύκολα στο πανεπιστήμιο. – Μπράβο, κόρη, είμαι περήφανη για εσένα, – είπε κάποτε η μαμά – να συνεχίσεις έτσι. Η Ινγκα Βικτόροβνα είχε δική της κατασκευαστική επιχείρηση – αντρικό, θα λέγαμε, επάγγελμα – αλλά διοικούσε τόσο σφιχτά που ακόμα και άντρες επιχειρηματίες τη θαύμαζαν για το σθένος της. Δεν είχε αμφιβολία ότι μετά τις σπουδές, η κόρη θα ερχόταν κοντά της στη δουλειά. Η Βλάδα, βέβαια, ήθελε να απελευθερωθεί από τη μητρική εποπτεία, ήθελε να ανασάνει ελεύθερα, ήθελε να φύγει σε άλλη πόλη για το Πανεπιστήμιο – μάταια όμως. – Κόρη, πρέπει να είσαι υπό την επίβλεψή μου, – ξεκαθάρισε η μητέρα, – ποια άλλη πόλη; Έχουμε Πανεπιστήμιο εδώ, εδώ θα σπουδάσεις. Φυσικά, η Βλάδα δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Στο τρίτο έτος η Βλάδα ερωτεύτηκε δυνατά. Παλαιότερα έβγαινε κρυφά με αγόρια, αλλά τίποτα σοβαρό. Ο Γιώργος, γοητευτικός ξανθός με γαλανά μάτια, την κέρδισε. Σπούδαζε κι αυτός, αλλά δεν τα έπαιρνε τόσο καλά με τα μαθήματα, ιδίως τις εργασίες. Κάποτε τη σταμάτησε στο διάδρομο: – Βλάδα, βοήθησέ με στη δουλειά, δεν προλαβαίνω… – Εντάξει, θα βοηθήσω, – απάντησε χαρούμενη, της άρεσε ο Γιώργος. Από τότε, η Βλάδα έγραφε συνέχεια τις δικές του εργασίες, κι εκείνος της «πλήρωνε» με αγάπη και επέτρεπε να τον αγαπά. Βγαίνανε, πηγαίνανε σινεμά, σε καφέ. Η Ινγκα Βικτόροβνα υποψιάστηκε κάτι: – Κόρη, έχεις ερωτευτεί; – Από πού το κατάλαβες; – Το γράφει στο μέτωπό σου… Να τον γνωρίσω θέλω. Πρέπει να ξέρω «τι πουλί είναι κι από τι πέταγμα». Η Βλάδα έφερε τον Γιώργο στο σπίτι, οι γονείς τον γνώρισαν, καλά πήγε η συνάντηση, ούτε η Ινγκα Βικτόροβνα δεν είπε κάτι αρνητικό μπροστά του. Όταν έφυγε: – Αγάπη τώρα, Βλάδα μου; Σε χρησιμοποιεί, ούτε μυαλό έχει. Τι βρίσκεις σ’ αυτόν; – Δεν ισχύει, μαμά, – πρώτη φορά τόλμησε να αντιταχθεί η κόρη. – Ο Γιώργος έχει στόχους, διαβάζει, ενδιαφέρεται για ιστορία. Εσύ τον έθαψες με το μυαλό σου – δεν είμαστε όλοι ίδιοι ούτε τόσο ώριμοι ακόμα. – Κόρη, δεν είναι για σένα. Η Βλάδα αποφάσισε να δείξει χαρακτήρα. – Μαμά, όσο και να λες, εγώ τον αγαπώ και θα είμαι μαζί του. Η Ινγκα Βικτόροβνα κοίταξε έκπληκτη, και θύμωσε. – Κάποτε θα καταλάβεις: είναι μηδενικό. Η Βλάδα επέμεινε και, μετά το Πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε τον Γιώργο. Πίστευε πως η μαμά έκανε λάθος. Η ζωή έδειξε πως οι μέτριοι συχνά προοδεύουν πιο γρήγορα και έχουν περισσότερες επιτυχίες απ’ τους αριστούχους – όπως ο Γιώργος. Βρήκε δουλειά αμέσως, η Βλάδα δούλευε δίπλα στη μαμά. Ο Γιώργος είχε δικό του διαμέρισμα από τους γονείς του, έτσι μετά το γάμο η Βλάδα χάρηκε πως απαλλάχτηκε από τη μητρική προστασία… Όμως πού να ήξερε. Στην εταιρεία της μητέρας της δούλεψε. Κάποια μέρα ο Γιώργος γύρισε σπίτι: – Βλάδα, με έκαναν προϊστάμενο τμήματος με δοκιμή. Θα τα καταφέρω! Και όντως, μέσα σε τρεις μήνες, παρέμεινε μόνιμα. Ο Γιώργος δεν ήθελε η σύζυγός του, αριστούχος, να δουλεύει δίπλα στη μητέρα της. – Βλάδα, κοντά στη μάνα σου δεν κάνεις τίποτα στη ζωή, πρέπει να φύγεις, – διαμαρτυρόταν. – Έτσι θα μείνεις για πάντα υποταγμένη της. Σε ποδοπατάει, και γενικώς… είναι σκληρή, εσύ – άβουλη. Στενοχωριόταν η Βλάδα να τ’ ακούει απ’ τον άντρα της, αλλά καταλάβαινε πως είχε δίκιο. Ο Γιώργος, όμως, σταμάτησε να την κατηγορεί, κι αυτό δεν την έκανε πιο ευτυχισμένη. Κλεινόταν στον εαυτό του, ήταν αδιάφορος, και η Βλάδα μάλλον το προτιμούσε – δεν γκρίνιαζε τουλάχιστον. Πέρασε ένας χρόνος, και ο άντρας της ήρθε σπίτι, ψιθυρίζοντας: – Βρήκα άλλη γυναίκα. Ερωτεύτηκα, φεύγω. Εκείνη, όχι όπως εσύ, είναι αληθινή… Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Βλάδα εξερράγη. Φώναξε, μάλωσε, έσπασε πιάτα, και πέταξε το κινητό του στον τοίχο, έσκισε δύο πουκάμισα, και μετά ηρέμησε. Ο άντρας όλα τα παρακολούθησε σιωπηλός, κι ύστερα είπε: – Τελικά είχες πάθος. Κρίμα που το δείχνεις αργά… – Σε μισώ, – είπε, μάζεψε πράγματα και έφυγε. Σε δικό της σπίτι. Στην Ινγκα Βικτόροβνα δεν είπε τίποτα, ήξερε τι απάντηση θα πάρει. Ένα μήνα, ίσως και παραπάνω, μπόρεσε να κρύβει από τη μητέρα της την κατάσταση, αλλά εκείνη κατάλαβε. – Βλάδα, τι έχεις; Σβησμένο βλέμμα, περπατάς σαν χαμένη. Πρόβλημα με τον άντρα σου; – Ποιον άντρα; Δεν έχω πια άντρα. – Ήξερα ότι θα σε αφήσει! Πότε έγινε; – Από τον Απρίλη… – Και το κρατούσες μέσα σου τόσο καιρό; Η Βλάδα αναστέναξε. Δεν τόλμησε να τη διακόψει. Υπομονετικά άκουσε καταιγισμό από αρνητικά σχόλια για τον Γιώργο και για την ίδια. – Σ’ τα έλεγα! Τουλάχιστον δεν θα είσαι η δούλα του. Τύχη που δεν έκανες παιδί μαζί του. Στο μέλλον να ακούς τις συμβουλές μου. Κατάλαβες; – Μαμά, ό,τι και να γίνει, για καλό γίνεται, – της απάντησε η Βλάδα, σηκώθηκε και είπε: – Δεν δουλεύω άλλο μαζί σου, τα βαρέθηκα όλα. – Βγήκε από το γραφείο, αφήνοντας την Ινγκα Βικτόροβνα απορημένη. Η Βλάδα αποφάσισε να φύγει μακριά από τη μάνα της, ήξερε πως απ’ την άλλη μέρα θα την ξανακαθουδηγεί, θα της κάνει κήρυγμα, δε θα την αφήσει να κάνει βήμα χωρίς έλεγχο. Στον δρόμο, το πόδι της μπλέχτηκε σε λακκούβα και κάθισε, βογγώντας από πόνο. Ένας νεαρός άνδρας που περνούσε έσπευσε: – Τι έπαθες; – τη ρώτησε με ενδιαφέρον. – Πονάει πολύ, – είπε με δυσκολία. – Έλα, πιάσε με από το λαιμό, – της είπε και την πήγε στο αμάξι του. – Πάμε στο νοσοκομείο, μπορεί να είναι σοβαρό… – Είμαι ο Τζένης, εσύ; – Βλάδα, – απάντησε. Στο νοσοκομείο βεβαιώθηκαν ότι δεν είχε κάταγμα, μόνο διάστρεμμα. Της έδεσαν πόδι, της έδωσαν συμβουλές και της είπαν να πάει σπίτι. Ο Τζένης την περίμενε και την πήγε μέχρι το διαμέρισμά της. – Μπορώ να έχω το τηλέφωνό σου; Μπορεί να σε χρειαστώ, – είπε κόσμια. Η Βλάδα του το έδωσε. Την επόμενη μέρα, ο Τζένης τη ρώτησε: – Τι να σου φέρω; Το πόδι σου; – Χυμό, φρούτα και ψωμί, – είπε. Σε λίγο ο Τζένης κατέφτασε με δύο γεμάτες τσάντες. – Θεέ μου, τόσα πολλά; – Θα γιορτάσουμε τη γνωριμία μας, αν συμφωνείς. Θα βοηθήσω, μη νοιάζεσαι, ή και θα τα κάνω όλα. Να μιλάμε στον ενικό; Η Βλάδα γέλασε, ήταν πολύ εύκολο να είναι μαζί του. Ο Τζένης ετοίμασε τραπέζι, ζέστανε φαγητό, έβαλε χυμό στα ποτήρια – κρασί δεν υπήρχε, την προειδοποίησε ότι δεν έπινε αλκοόλ. Το βράδυ κύλησε υπέροχα. Τέσσερις μήνες μετά, παντρεύτηκαν. Ένα χρόνο αργότερα, απέκτησαν τη μικρή Κσένια. Όταν τη ρωτούσαν πού βρήκε τέτοιο υπέροχο άντρα, γελούσε: – Με μάζεψε από τον δρόμο… Αν δε με πιστεύετε, ρωτήστε τον! Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση, τη στήριξη και την εγγραφή – καλή τύχη στη ζωή σας! Internas Passa sumo
Ο άντρας μου πρότεινε να δώσουμε την κρεβατοκάμαρά μας στους γονείς του όλες τις γιορτές και να κοιμηθούμε εμείς στο πάτωμα — Καταλαβαίνεις, ε, ο μπαμπάς έχει πρόβλημα με τη μέση του! Δεν γίνεται να τον βάλω στον καναπέ – θα ξεκινήσει τις γκρίνιες. Και η μαμά, πάλι, δεν μπορεί να κοιμηθεί αλλού – θέλει ησυχία και σκοτάδι, ενώ στο σαλόνι μπαίνει φως από τον δρόμο. Ε, μία βδομάδα είναι, θα αντέξουμε, έτσι κι αλλιώς εμείς είμαστε νέοι, όχι γκρινιάρηδες! Η Μαρίνα στάθηκε αποσβολωμένη με την κουτάλα στον αέρα, ξεχνώντας να σερβίρει τη σούπα. Έβλεπε τον Σερράκη να αποφεύγει το βλέμμα της, χαζεύοντας το σχέδιο του τραπεζομάντηλου πάνω στο τραπέζι. — Περίμενε, Σερράκη. Να το πιάσω σωστά. Οι γονείς σου έρχονται σε εμάς για όλα τα γιορτινά – από τις 30 έως τις 8 του μηνός, το συμφωνήσαμε. Αλλά τώρα θες να τους δώσουμε το υπνοδωμάτιό μας, το κρεβάτι μας με το ορθοπεδικό στρώμα που διαλέγαμε μήνες και πληρώσαμε έναν σκασμό λεφτά, κι εμείς να κοιμηθούμε στο σαλόνι; — Ε, ναι, ρε αγάπη μου, — παραδέχτηκε τελικά ο Σερράκης, με μισή ενοχή-μισή ξεροκεφαλιά στα μάτια. — Γονείς είναι, φιλοξενία, σεβασμός στους μεγάλους, δεν μπορώ να τους αφήσω άβολα. — Το σαλόνι το ξέρω, δεν παλεύεται, γι’ αυτό και κοιμόμαστε στο υπνοδωμάτιο. Έχω κι εγώ μέση, αν θυμάσαι, μετά το ατύχημα, και σε μια βδομάδα επιστρέφω στη δουλειά να συνέλθει ο ετήσιος ισολογισμός. — Μαρίνα, έλα τώρα μη γκρινιάζεις — απέφυγε την ένταση ο άντρας της. — Έχω και λύση: πήρα από τον Βαλάντη φουσκωτό στρώμα, διπλό και ψηλό, σαν να ‘σαι σε κρεβάτι. Θα το στρώσουμε στο πάτωμα του σαλονιού, θα έχει και λίγη ρομαντζάδα, όπως παλιά στη σκηνή! — Ρομαντζάδα; Στο πάτωμα; Στα τριάντα οχτώ μου; — άφησε ήσυχα η Μαρίνα την κουτάλα και ένιωσε τον εκνευρισμό να φουντώνει μέσα της. — Αυτό εδώ είναι το σπίτι μου, το καταφύγιό μου. Και με τη μαμά σου να βγαίνει στις έξι το πρωί κάνοντας φασαρία με τις κατσαρόλες, αν κοιμηθούμε στο σαλόνι που ενώνεται με κουζίνα, θα ξυπνάμε όλοι μαζί. — Θα της πω να μην κάνει φασαρία… — ψέλλισε ο Σερράκης. — Κι εσύ το αποφάσισες μόνος σου; — τον ρώτησε. — Χωρίς να με ρωτήσεις; […] (Για λόγους χώρου, ο τίτλος αντιπροσωπεύει την αρχική φράση και τον τόνο – αν χρειαστούν τα πρώτα δύο-τρία εισαγωγικά, προσθέστε: «Ο άντρας μου πρότεινε να δώσουμε την κρεβατοκάμαρά μας στους γονείς του για όλες τις γιορτές και να κοιμηθούμε εμείς στο πάτωμα – Θα αντέξουμε μία βδομάδα, δεν είμαστε και τόσο ευαίσθητοι, μου είπε ο Σερράκης»). Internas Passa sumo
Σταμάτησα να μιλάω στον άντρα μου μετά τη ντροπιαστική του συμπεριφορά στα γενέθλιά μου – και αυτή τη φορά φοβήθηκε πραγματικά Internas Passa sumo
Το Μυστικό της Παλιάς Χριστουγεννιάτικης Κάρτας Τρεις μέρες πριν φτάσει στη ζωή της ένας κιτρινισμένος φάκελος, η Νατάσα Σοκολάτου στεκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της στο Παγκράτι. Ήταν νύχτα, πυκνό σκοτάδι χωρίς αστέρια. Κάτω της φώτα στην Πανεπιστημίου έλαμπαν. Μέσα, πίσω από τη γυάλινη πόρτα, ο Μάρκος συζητούσε με κάποιον, ακούγοντας τις λεπτομέρειες μιας νέας επαγγελματικής συμφωνίας ανοιχτά. Η Νατάσα ακούμπησε την παλάμη της στο κρύο τζάμι. Ήταν φριχτά κουρασμένη. Όχι από τη δουλειά – εκεί τα κατάφερνε άψογα. Από τον αέρα που ανέπνεε χρόνια τώρα. Από τον προβλέψιμο ρυθμό, όπου ακόμη και η πρόταση γάμου ήταν λογικό βήμα στα πενταετή τους πλάνα. Ένα σφίξιμο στο λαιμό – ήταν νοσταλγία ή βουβή οργή; Έβγαλε το κινητό, άνοιξε το Whatsapp, έγραψε σε μια παλιά φίλη που είχε να δει αιώνες. Η φίλη μόλις είχε γεννήσει δεύτερο παιδί και ζούσε μέσα σε χαοτικά παιδικά γέλια και ακαταστασία. Το μήνυμα ήταν κοφτό, αυτόματο, σχεδόν ακατανόητο για τρίτους: «Ξέρεις, μερικές φορές ξεχνάω πώς μυρίζει η αληθινή βροχή. Όχι αυτή η αστική όξινη ομίχλη, αλλά η καλοκαιρινή, που χτυπάει τη γη και μυρίζει… σκόνη και ελπίδα. Θέλω ένα θαύμα. Κάτι απλό, από χαρτί. Να πιάνεται». Δεν περίμενε απάντηση. Ήταν κραυγή, ρίχτηκε στην ψηφιακή σιγή σαν ιεροτελεστία ηρεμίας. Μόλις το έγραψε, το έσβησε. Η φίλη δεν θα καταλάβαινε· ίσως να νόμιζε πως περνάει κρίση ή ότι είχε πιει παραπάνω. Σε ένα λεπτό είχε ήδη μπει στο σαλόνι, όπου ο Μάρκος έκλεινε το τηλέφωνο. – Όλα καλά; – τη ρώτησε με μια βιαστική ματιά. – Δείχνεις κουρασμένη. – Όλα μια χαρά, – χαμογέλασε η Νατάσα. – Ήθελα λίγη… ξέρεις, φρεσκάδα. – Χειμωνιάτικα; – αστειεύτηκε ο Μάρκος. – Φρεσκάδα στη θάλασσα. Μάιο αν ολοκληρώσουμε επιτυχώς, θα ξεκλέψουμε λίγες μέρες. Γύρισε στο tablet του. Η Νατάσα πήρε το κινητό από το τραπέζι. Μονάχα μια ειδοποίηση: επιβεβαίωση συνάντησης πελάτη. Καμία ένδειξη θαύματος. Αναστέναξε και άρχισε να ετοιμάζεται για ύπνο, σκεφτόμενη την αυριανή της λίστα. *** Τρεις μέρες μετά, τακτοποιώντας την αλληλογραφία, ένιωσε με το δάχτυλο την άκρη ενός άγνωστου φακέλου. Έπεσε στο πάτωμα. Ήταν χοντρός, τραχύς, σαν παλιό χαρτί περγαμηνής. Χωρίς γραμματόσημα, με μελάνι σφραγίδα από έλατο και διεύθυνση. Μέσα μια πρωτοχρονιάτικη κάρτα – ζεστή, χάρτινη, με χρυσά ανάγλυφα που έμειναν στα δάχτυλά της. «Εύχομαι η νέα χρονιά να φέρει τα πιο τολμηρά σου όνειρα…» – γραμμένο με γραφικό χαρακτήρα τόσο γνώριμο, που ένιωσε ένα ρίγος στα πλευρά. Τα γράμματα ήταν του Σάββα. Εκείνου του αγοριού από το Αιγίνιο, με τον οποίο είχαν ορκιστεί αιώνια αγάπη. Παιδί, περνούσε κάθε καλοκαίρι στο ήσυχο χωριό της γιαγιάς της. Πρώτος της έρωτας – με παιχνίδια στη θάλασσα, πυροτεχνήματα τον Αύγουστο και γράμματα ως την επόμενη χρονιά. Όταν η γιαγιά πούλησε το σπίτι, εκείνη και ο Σάββας χώρισαν και χάθηκαν. Η διεύθυνση όμως ήταν η τωρινή της. Όμως η κάρτα έχει ημερομηνία 1999. Πώς γίνεται; Λάθος ταχυδρομείου; Ή μήπως το Σύμπαν απάντησε στην παιδική της κραυγή για θαύμα που πιάνεται στα χέρια; Ακύρωσε ραντεβού και δύο Zoom, είπε στον Μάρκο ότι πάει να επιθεωρήσει χώρο εκδήλωσης (εκείνος κούνησε καταφατικά βυθισμένος στο tablet), μπήκε στο αυτοκίνητο. https://clck.ru/3R3qCK Τρεις ώρες ως το Αιγίνιο. Έπρεπε να βρει τον αποστολέα. Υπήρχε ακόμη μικρό τυπογραφείο στο χωριό. *** Η «Χιονονιφάδα» δεν ήταν αυτό που περίμενε. Φανταζόταν τουριστικό μαγαζάκι, πολύχρωμο και στενό. Τελικά μπήκε σε φωλιά ησυχίας. Η παλιά ξύλινη πόρτα υποχώρησε με σχετικό τρίξιμο, αποκαλύπτοντας μια παλιά, ευρύχωρη αίθουσα, όπου ο αέρας έμοιαζε με ώριμο φρούτο. Μύριζε ξύλο, μέταλλο και κάτι πικρό, ίσως παλιά μπογιά. Και σόμπα – η ζεστασιά της άγγιζε τα παγωμένα μάγουλα της Νατάσας. https://clck.ru/3R3qGe Ο ιδιοκτήτης, με την πλάτη γυρισμένη, είχε σκύψει πάνω από παλιό βαρύ μηχάνημα σαν προϊστορικό θηρίο. Τα εργαλεία χτυπούσαν ήσυχα. Δεν γύρισε στον ήχο του κουδουνιού. Η Νατάσα ξερόβηξε. Μόνο τότε ίσιωσε το σώμα του με βραδύτητα, λες κι έσπαγε κάθε σπόνδυλο. Γύρισε. Καθόλου ψηλός, γεροδεμένος, με καρό πουκάμισο και μανίκια σηκωμένα. Πρόσωπο συνηθισμένο, αλλά τα μάτια ήρεμα – ούτε περιέργεια, ούτε διάθεση εξυπηρέτησης. Απλά τα άφησε πάνω της και περίμενε. – Δική σας η κάρτα; – έβαλε η Νατάσα την κάρτα στον πάγκο. Ο Αλέξης ήρθε κοντά, σκούπισε πρώτα τα χέρια στο παντελόνι, άφησε γαλάζιες γραμμές. Πήρε την κάρτα, την σήκωσε στο φως σαν συλλεκτικό νόμισμα. – Δική μας. Σφραγίδα έλατο – χρονολογία 1999. Από πού τη βρήκατε; – Μου ήρθε στην Αθήνα. Λάθος ταχυδρομείου, μάλλον, – απάντησε επαγγελματικά, με φωνή που έτρεμε. – Πρέπει να βρω τον αποστολέα. Τον αναγνωρίζω. Τότε μόνο έμεινε να τη διακρίνει με βλέμμα προσεκτικό – από το τέλειο καρέ μέχρι το μπεζ πανάκριβο παλτό, άψογο μακιγιάζ που πια δεν έκρυβε την ένταση και την κούρασή της. – Γιατί αυτός ο αποστολέας; – ρώτησε. – Πέρασαν 25 χρόνια. Ο κόσμος αλλάζει, ξεχνά. – Εγώ δεν ξέχασα! – ξέσπασε αθέλητα η Νατάσα με απρόσμενη σκληράδα. – Ούτε έπαψα. Την κοίταξε διαπεραστικά, λες κι έβλεπε τις σκέψεις της. Έδειξε τη γωνιά με το βραστήρα. – Κρυώνετε. Ένας ζεστός ελληνικός ξυπνάει μυαλό και σώμα – ακόμα και των Αθηναίων. Χωρίς άλλη κουβέντα, την επόμενη στιγμή της έβαζε στην κούπα νερό που μόλις έβρασε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. *** Τρεις μέρες στο Αιγίνιο έγιναν για τη Νατάσα επιστροφή. Από τον θόρυβο της πόλης – στη σιωπή που ακούγεται το χιόνι να πέφτει από τις κεραμίδες. Από τα φώτα της οθόνης – στο πορτοκαλί φως της ξυλόσομπας. Ο Αλέξης δεν ρώτησε τίποτα, μόνο την καλοδέχτηκε στον κόσμο του. Έμενε μόνος στο πατρικό, στην αυλή μύριζε ξύλο, μαρμελάδα, παλιά βιβλία. Είδε τα παλιά κλισέ, εξήγησε την τέχνη και το πώς προσέχουν τα γκλίτερ να μην πέφτουν. Κάθε του κίνηση και μια χορδή ιστορίας. Ανέφερε για τον πατέρα του, που είχε στείλει μια καρτ ποστάλ στη μητέρα, αλλά χάθηκε. – Αγάπη στο κενό, – σχολίασε με μάτια στη φωτιά. – Όμορφο και αδιέξοδο. – Πιστεύετε σ’ αυτό; – ρώτησε η Νατάσα. – Εκείνος τελικά τη βρήκε και έζησαν ευτυχισμένοι… Αν υπάρχει αγάπη, όλα γίνονται. Τα άλλα είναι ό,τι πιάνεται. Μηχανή, σπίτι, δουλειά. Τα υπόλοιπα, καπνός. Δεν ακούστηκε πίκρα – μόνο ταπεινότητα μάστορα. Η Νατάσα πάντα πολεμούσε το υλικό, το άλλαζε, το έκλεινε σ’ ατζέντα. Εδώ η πάλη φαινόταν άσκοπη. Το χιόνι έπεφτε, όταν ήθελε. Με τον Αλέξη γεννήθηκε μια ιδιαίτερη εγγύτητα. Ο καθένας βρήκε στον άλλο αυτό που του έλειπε: εκείνος σε εκείνη ορμή και τόλμη, εκείνη σε εκείνον γαλήνη και αυθεντικότητα. Τη μεταμόρφωνε σε κορίτσι που φοβάται το σκοτάδι και αναζητά ένα απλό θαύμα· εκείνη έβλεπε τον φρουρό της μνήμης, όχι έναν κολλημένο στο παρελθόν. Όταν τηλεφώνησε ο Μάρκος, η Νατάσα παρακολουθούσε τον Αλέξη να κόβει ξύλα στην αυλή. https://clck.ru/3R3qF2 Έκοβε ρυθμικά κάθε ξύλο με καθαρό θόρυβο. – Πού χάθηκες; – ρώτησε ψυχρά ο Μάρκος. – Πάρε ένα αληθινό έλατο για το σπίτι, η μεταλλική μας χάλασε. Πόσο συμβολικό. Η Νατάσα κοίταξε το πραγματικό δεντράκι με τα γυάλινα στολίδια της γιαγιάς. – Ναι, – απάντησε σιγανά. – Πολύ συμβολικό. Και έκλεισε το τηλέφωνο. *** Η αλήθεια ήρθε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο Αλέξης της έδωσε ένα κιτρινισμένο προσχέδιο από το άλμπουμ του πατέρα του. Το κείμενο της κάρτας. – Το βρήκα, – είπε βαριά. – Δεν το έγραψε ο Σάββας σου. Ο πατέρας μου το έγραψε στη μητέρα μου. Ποτέ δεν της έφτασε. Η ιστορία αγαπά να επαναλαμβάνεται. Το θαύμα διαλύθηκε όπως τα γκλίτερ. Καμιά μυστική σύνδεση – μόνο ειρωνεία της μοίρας. Η ανάγκη της για παρελθόν είχε γίνει παγίδα. – Πρέπει να φύγω, – του ψιθύρισε. – Εκεί είναι όλα μου. Γάμος, δουλειά… Ο Αλέξης απλά έγνεψε. Δεν προσπάθησε να την κρατήσει. Μόνο στεκόταν εκεί, στο βασίλειό του από χαρτί και μνήμες, άνθρωπος που θεωρεί το χαρτί θαύμα, μα ανυπάκουος σε κάθε άλλο σύμπαν ψύχους. – Το καταλαβαίνω, – είπε. – Δεν είμαι μάγος. Είμαι απλός τυπογράφος. Φτιάχνω ό,τι μπορείς να κρατήσεις στα χέρια, όχι παλάτια στον αέρα. Αλλά μερικές φορές το παρελθόν δεν στέλνει φάντασμα αλλά καθρέφτη. Για να δεις ποιος πραγματικά θα μπορούσες να είσαι. Γύρισε στη μηχανή, αφήνοντάς τη να φύγει. Η Νατάσα πήρε τσάντα, κλειδιά. Έπιασε το παγωμένο κινητό. Η μόνη της επαφή με την πραγματικότητα – κλήσεις, δουλειές, ένας άνετος “μουγκός” γάμος με τον άνθρωπο που μετρούσε τα πάντα με λεφτά. Έφτασε στην πόρτα, μα το βλέμμα της έπεσε σε δύο κάρτες στον πάγκο – μία παλιά και μια καινούργια, με σφραγίδα έλατου και άλλη φράση: «Να σου φτάσει το θάρρος». Τότε κατάλαβε: Το θαύμα δεν ήταν στην κάρτα από το παρελθόν. Ήταν σε αυτή τη στιγμή, στην επιλογή. Ήξερε: δε θα διάλεγε τον κόσμο του Αλέξη, ούτε θα ξαναγύριζε στον Μάρκο. Βγήκε στο χιονισμένο, γεμάτο αστέρια βράδυ, χωρίς να κοιτάξει πίσω. *** Πέρασε ένας χρόνος. Ήρθε ξανά ο Δεκέμβρης. Η Νατάσα δεν επέστρεψε στην event-βιομηχανία. Χώρισε από τον Μάρκο και άνοιξε δικό της μικρό γραφείο που ειδικεύεται σε “συνειδητές” εκδηλώσεις – λιτές, προσεγμένες, με έμφαση στη λεπτομέρεια. Χρησιμοποιεί μόνο χειροποίητες χαρτοπροσκλήσεις από το τυπογραφείο του Αλέξη στο Αιγίνιο. Η ζωή της δεν έγινε βραδύτερη, αλλά απέκτησε νόημα. Έμαθε να εκτιμά τη σιωπή. Στη «Χιονονιφάδα» γίνονται πια μικρά δημιουργικά σαββατοκύριακα. Ο Αλέξης έμαθε να παίρνει online παραγγελίες, αλλά επιλέγει ο ίδιος τους πελάτες. Οι κάρτες του είναι γνωστές, αποδοτικές, δίχως να αλλάξει η διαδικασία δημιουργίας. Δεν μιλούν καθημερινά, μόνο για επαγγελματικά. Αλλά πριν λίγες μέρες, η Νατάσα έλαβε ταχυδρομικά μια κάρτα. Είχε μια σφραγίδα με πουλί που πετά. Και δύο μόνο λέξεις: «Σ’ ευχαριστώ που τόλμησες». Internas Passa sumo
Καμία Μαγεία: Μια Πρωτοχρονιά στην Αθήνα με Χάος, Καταστροφές, Έναν Πανούργο Γάτο και την Αγάπη της Γιαγιάς Βάλιας – Όταν η Τούρτα Ξεχνιέται, η Πλυντηρίου Σπάει, η Παρέα Καταφθάνει και Τελικά το Μόνο που Μέτραει είναι τα Γέλια, οι Φίλοι και τα Σοφά Γραμματάκια της Γιαγιάς Internas Passa sumo
Ηχώ στη Νύχτα: Μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Μονάδα Αποκατάστασης για την Αλεξάνδρα Παπαϊωάννου – Από την Μοναξιά και την Απουσία της Γιορτής, στη Δύναμη που Φέρνει ένα Ανθρώπινο Χαμόγελο κάτω από τα Φώτα της Χειμωνιάτικης Αθήνας Internas Passa sumo
Ζηλεύετε απλά – Η μάνα μου, ο γάμος με τον «Βαλερή από τα χορευτικά στο Κέντρο Πολιτισμού», τα πανάκριβα δείπνα στην «Αθήνα» (πέντε χιλιάρικα το άτομο!), το δαχτυλίδι που πίστευε ότι είναι διαμάντι, η παραχώρηση του διαμερίσματος «για την αγάπη» και το σιωπηλό τέλος—μια σκληρή αλήθεια για το κόστος των ονείρων στη σύγχρονη Ελλάδα Internas Passa sumo
2 Internas Passa sumo
207 Internas Passa sumo

Palavras-chave SEO

Núvem de palavras-chave

από τον της του την και που για στο δεν

Consistência das Palavras-chave

Palavra-chave Conteúdo Título Palavras-chave Descrição Cabeçalhos
και 95
της 81
την 54
δεν 51
στο 45

Usabilidade

Url

Domínio : tehmarket.com.ua

Cumprimento : 16

Favicon

Ótimo, o site tem um favicon.

Facilidade de Impressão

Não encontrámos CSS apropriado para impressão.

Língua

Otimo! A língua declarada deste site é en.

Dublin Core

Esta página não tira vantagens do Dublin Core.

Documento

Tipo de Documento

HTML 5

Codificação

Perfeito. O conjunto de caracteres UTF-8 está declarado.

Validação W3C

Erros : 0

Avisos : 0

Privacidade do Email

Boa! Nenhum endereço de email está declarado sob a forma de texto!

HTML obsoleto

Fantástico! Não detetámos etiquetas HTML obsoletas.

Dicas de Velocidade

Excelente, este site não usa tablelas dentro de tabelas.
Oh não, o site usa estilos CSS nas etiquetas HTML.
Boa, o site usa poucos ficheiros CSS.
Perfeito, o site usa poucos ficheiros JavaScript.
Perfeito, o site tira vantagens da compressão gzip.

Dispositivos Móveis

Otimização para dispositivos móveis

Icon Apple
Meta Viewport Tag
Conteúdo Flash

Otimização

XML Sitemap

Perfeito, o site tem um mapa XML do site (sitemap).

https://tehmarket.com.ua/wp-sitemap.xml

Robots.txt

http://tehmarket.com.ua/robots.txt

Perfeito, o seu site tem um ficheiro robots.txt.

Analytics

Em falta

Não detetámos nenhuma ferramenta analítica de análise de atividade.

Este tipo de ferramentas (como por exemplo o Google Analytics) permite perceber o comportamento dos visitantes e o tipo de atividade que fazem. No mínimo, uma ferramenta deve estar instalada, sendo que em algumas situações mais do que uma pode ser útil.

PageSpeed Insights


Dispositivo
Categorias

Website Review Tool

Website Review Tool é uma ferramenta gratuita que o ajuda a avaliar o seu site

Херсонський ТОП